Κώδικας Δεοντολογίας

athenssynthesis

Επάρκεια

Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΕΣΣΨ
σύμφωνα με την Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ)

Γενική Αρχή: Η διατήρηση υψηλών κριτηρίων επάρκειας είναι μια ευθύνη που συμμερίζονται όλοι οι ψυχοθεραπευτές για το συμφέρον του κοινού και του επαγγέλματος συνολικά. Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν τα όρια της επάρκειάς τους και τους περιορισμούς των τεχνικών τους. Παρέχουν μόνον εκείνες τις υπηρεσίες και τεχνικές, για τις οποίες υπάρχει πιστοποίηση ότι τις διαθέτουν, μέσω εκπαίδευσης και εμπειρίας. Στις περιοχές όπου σαφώς αναγνωρισμένα κριτήρια δεν υπάρχουν ακόμη, οι ψυχοθεραπευτές λαμβάνουν τις αναγκαίες προφυλάξεις, για την προστασία του ευ ζην των πελατών τους. Παραμένουν ενήμεροι για τις πρόσφατες υγειονομικές, επιστημονικές και επαγγελματικές πληροφορίες, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες που παρέχουν.

Αρχή 2α: Οι ψυχοθεραπευτές αντιπροσωπεύουν επακριβώς την επάρκεια, μόρφωση, εκπαίδευση και εμπειρία τους. Προβάλλουν ως αποδείξεις των μορφωτικών και επαγγελματικών εκπαιδευτικών τους προσόντων, μόνον εκείνα τα πτυχία και προσόντα που αποκτήθηκαν από έγκυρους μορφωτικούς θεσμούς ή οργανισμούς αναγνωρισμένους από την ΕΑΡ. Εξασφαλίζουν πως ανταποκρίνονται επαρκώς στα βασικά επαγγελματικά κριτήρια, όπως εκτίθενται από την ΕΑΡ, τα κριτήρια της σχετικής ΝΑΟ και τα κριτήρια της σχετικής Ευρωπαϊκής Εταιρείας, με τη μέθοδό τους, όπου υπάρχουν. Σέβονται τις άλλες πηγές μόρφωσης, εκπαίδευσης και εμπειρίας που έχουν δοθεί.

Αρχή 2β: Κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους και ως δάσκαλοι και εκπαιδευτές, οι ψυχοθεραπευτές εκτελούν τα καθήκοντά τους βάσει προσεκτικής προετοιμασίας και ετοιμότητας, έτσι ώστε η πρακτική τους να είναι του υψηλότερου επιπέδου και η επικοινωνία να είναι ακριβής, επίκαιρη και σχετική.

Αρχή 2γ: Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν την ανάγκη για συνεχιζόμενη εκπαίδευση και προσωπική ανάπτυξη και είναι ανοιχτοί σε νέες διαδικασίες και αλλαγές προσδοκιών και αξιών στη διάρκεια του χρόνου.

Αρχή 2δ: Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όπως αυτές που σχετίζονται με την ηλικία, το κοινωνικο-οικονομικό και εθνικό πλαίσιο ή τις ιδιαίτερες ανάγκες εκείνων που θα μπορούσαν να είναι σε μειονεκτική θέση. Αποκτούν τέτοια εκπαίδευση και εμπειρία, ώστε να εξασφαλίσουν επαρκή και κατάλληλη παροχή υπηρεσιών, όταν σχετίζονται με τα ανωτέρω άτομα.