Κώδικας Δεοντολογίας

athenssynthesis

Έρευνα

Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΕΣΣΨ
σύμφωνα με την Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ)

Γενική Αρχή: Η απόφαση της ανάληψης κάποιας έρευνας έγκειται σε μία κριτική απόφαση από τον ψυχοθεραπευτή, προκειμένου να συνεισφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ανθρώπινες επιστήμες και στο «ευ ζην». Έχοντας πάρει την απόφαση να διενεργήσει έρευνα, ο ψυχοθεραπευτής εξετάζει εναλλακτικές κατευθύνσεις, όπου θα μπορούσαν να επενδυθούν οι ενέργειες και οι πόροι της έρευνας. Στη βάση αυτής της θεώρησης, ο ψυχοθεραπευτής διενεργεί την έρευνα με σεβασμό και ενδιαφέρον για την αξιοπρέπεια και το «καλώς έχειν» των ανθρώπων που συμμετέχουν, καθώς και με επίγνωση των κανονισμών και επαγγελματικών κριτηρίων που διέπουν τη διενέργεια της έρευνας, όπου συμμετέχουν άνθρωποι.

Αρχή 9α: Στο σχεδιασμό μιας μελέτης, ο ψυχοθεραπευτής που διενεργεί την έρευνα, έχει την ευθύνη να κάνει μια προσεκτική αξιολόγηση της δεοντολογικής της διάστασης (ethical acceptability). Στο μέτρο που η συνεκτίμηση επιστημονικών και ανθρώπινων αξιών υπονοεί τη διακύβευση οποιασδήποτε αρχής, ο ερευνητής έχει μία αντίστοιχη σοβαρή υποχρέωση να αναζητήσει ηθική συμβουλή και να τηρήσει αυστηρά μέτρα, προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματα των ανθρώπων που συμμετέχουν.

Αρχή 9β: Η εκτίμηση του κατά πόσον ένας συμμετέχων σε μία σχεδιασμένη μελέτη θα είναι ένα «υποκείμενο σε κίνδυνο» ή ένα υποκείμενο σε «ελάχιστο κίνδυνο», σύμφωνα με αναγνωρισμένα κριτήρια, αποτελεί πρωταρχική ηθική υποχρέωση του ερευνητή.

Αρχή 9γ: Ο ερευνητής πάντα διατηρεί την ευθύνη για τη διασφάλιση της ηθικής πρακτικής στην έρευνα. Ο ερευνητής είναι επίσης υπεύθυνος για την ηθική αντιμετώπιση των συμμετεχόντων στην έρευνα από συνεργάτες, βοηθούς, σπουδαστές και υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις.

Αρχή 9δ: Εξαιρουμένης της έρευνας ελαχίστου κινδύνου, ο ερευνητής εξασφαλίζει μία σαφή και δίκαιη συμφωνία με τους συμμετέχοντες στην έρευνα, πριν τη συμμετοχή τους, η οποία διευκρινίζει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα ενός εκάστου. Ο ερευνητής έχει την υποχρέωση να τηρήσει όλες τις υποσχέσεις και δεσμεύσεις σε αυτήν την συμφωνία. Ενημερώνει τους συμμετέχοντες για όλες τις πλευρές της έρευνας, που λογικά θα αναμένονταν να επηρεάσουν την προθυμία για συμμετοχή και εξηγεί όλες τις άλλες πλευρές της έρευνας, για τις οποίες έχουν απορίες οι συμμετέχοντες. Αποτυχία για πλήρη ενημέρωση πριν την συγκατάθεση, απαιτεί επιπρόσθετα μέτρα για την προστασία του καλών έχειν και της αξιοπρέπειας των συμμετεχόντων στην έρευνα. Έρευνες με παιδιά ή συμμετέχοντες που έχουν ελλείμματα, τα οποία θα περιόριζαν την κατανόηση ή/και την επικοινωνία, απαιτούν ειδικές διαδικασίες προστασίας.

Αρχή 9ε: Μεθοδολογικές απαιτήσεις μιας μελέτης μπορεί να κάνουν να φαίνεται απαραίτητη η χρήση απόκρυψης ή εξαπάτησης. Πριν τη διενέργεια μιας τέτοιας μελέτης, ο ερευνητής έχει ιδιαίτερη ευθύνη:

1. Να καθορίζει αν η χρήση τέτοιων τεχνικών δικαιολογείται από την αναμενόμενη επιστημονική, εκπαιδευτική η ενυπάρχουσα αξία.
2. Να καθορίσει αν υπάρχουν εναλλακτικές διαθέσιμες διαδικασίες που δεν χρησιμοποιούν απόκρυψη ή εξαπάτηση, και
3. Να εξασφαλίσει ότι οι συμμετέχοντες θα ενημερωθούν ικανοποιητικά το ταχύτερο δυνατόν.

Αρχή 9ζ: Ο ερευνητής σέβεται την ελευθερία του ατόμου να αρνηθεί να συμμετέχει ή να αποσυρθεί από την έρευνα σε οποιαδήποτε στιγμή. Η υποχρέωση της προστασίας της ελευθερίας απαιτεί προσεκτική σκέψη και φροντίδα όταν ο ερευνητής βρίσκεται σε θέση όπου ασκεί εξουσία ή επίδραση στον συμμετέχοντα. Τέτοιες θέσεις εξουσίας συμπεριλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε, καταστάσεις όπου η συμμετοχή στην έρευνα απαιτείται ως μέρος της εργασιακής απασχόλησης ή όπου ο συμμετέχων είναι σπουδαστής, πελάτης ή υπάλληλος του ερευνητή. Τα δικαιώματα του ατόμου υπερσκελίζουν, προεξάρχουν των αναγκών του ερευνητού να ολοκληρώσει την έρευνα.

Αρχή 9η: Ο ερευνητής προστατεύει τον συμμετέχοντα από σωματική ή ψυχική δυσχέρεια, βλάβη και κίνδυνο που μπορεί να προκύψουν από τις ερευνητικές διαδικασίες. Εάν υπάρχει κίνδυνος για τέτοιες συνέπειες, ο ερευνητής πληροφορεί τον συμμετέχοντα για το γεγονός. Οι ερευνητικές διαδικασίες που πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρή ή μόνιμη βλάβη σε κάποιον συμμετέχοντα δεν χρησιμοποιούνται, εκτός εάν η μη χρησιμοποίησή τους θα εξέθετε τον συμμετέχοντα σε κίνδυνο για μεγαλύτερη βλάβη, ή εάν η έρευνα έχει μεγάλο δυνητικό όφελος και έχει πλήρως ενημερωθεί ο κάθε συμμετέχων, προκειμένου να συναινέσει. Ο συμμετέχων θα πρέπει να ενημερωθεί για διαδικασίες, με τις οποίες μπορεί να έρθει σε επαφή με τον ερευνητή εντός λογικού χρονικού διαστήματος μετά από την έναρξη συμμετοχής του εάν προκύψουν στρεσογόνες καταστάσεις, πιθανότητα βλάβης ή σχετικές απορίες ή ανησυχίες. Συναίνεση που έχει ληφθεί από το συμμετέχοντα δεν περιορίζει τα νομικά δικαιώματά του ούτε μειώνει τις νομικές ευθύνες του ερευνητού.

Αρχή 9θ: Αφού συγκεντρωθούν τα στοιχεία, ο ερευνητής παρέχει στον συμμετέχοντα πληροφορίες γύρω από τη φύση της μελέτης και προσπαθεί να αποσαφηνίσει τις όποιες παρανοήσεις μπορεί να έχουν προκύψει. Όπου επιστημονικές ή ανθρωπιστικές αξίες δικαιολογούν αναβολή ή παρακράτηση της πληροφόρησης, ο ερευνητής αναλαμβάνει ειδική ευθύνη να καταγράψει την έρευνα και να εξασφαλίσει πως δεν υπάρχουν επιβλαβείς συνέπειες για τον συμμετέχοντα.

Αρχή 9ι: Όπου οι ερευνητικές διαδικασίες έχουν ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητες συνέπειες για τον συμμετέχοντα, ο ερευνητής έχει την ευθύνη να ανιχνεύσει και να απομακρύνει ή να διορθώσει αυτές τις συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων.

Αρχή 9κ: Οι πληροφορίες που αποκτώνται για κάποιον συμμετέχοντα κατά τη διάρκεια της πορείας μια έρευνας, είναι εμπιστευτικές, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία από την αρχή. Όταν υπάρχει πιθανότητα άλλοι να αποκτήσουν πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, αυτή η πιθανότητα όπως και οι τρόποι για την προστασία της εχεμύθειας εξηγούνται στον συμμετέχοντα ως μέρος της διαδικασίας, προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση.