Κώδικας Δεοντολογίας

athenssynthesis

Ηθικές και Νομικές Υποχρεώσεις

Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΕΣΣΨ
σύμφωνα με την Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ)

Γενική Αρχή: Οι κανόνες και οι αρχές που καθορίζουν την ηθική συμπεριφορά των ψυχοθεραπευτών, αποτελούν προσωπική επιλογή τους, όπως ισχύει και για τους υπόλοιπους πολίτες, εκτός εάν αυτοί οι κανόνες και οι αρχές υπονομεύουν την εκπλήρωση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων ή μειώνουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην ψυχοθεραπεία και τους ψυχοθεραπευτές.

Όσον αφορά στη συμπεριφορά τους, οι ψυχοθεραπευτές πρέπει να δείχνουν ευαισθησία στους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες και στο πιθανό αντίκτυπο που θα είχε η συμμόρφωση ή η απόκλιση από αυτούς, στην αποτελεσματικότητά τους ως ψυχοθεραπευτών.

Οι ψυχοθεραπευτές πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους το πιθανό αντίκτυπο της δημόσιας συμπεριφοράς τους στη δυνατότητα των συναδέλφων τους να ασκούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα.

Αρχή 3α: Ως επαγγελματίες, οι ψυχοθεραπευτές συμμορφώνονται –κατά πρώτον– με τις αρχές του Ευρωπαϊκού Συλλόγου Ψυχοθεραπείας και της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος και –κατά δεύτερον– με τις αρχές των επαγγελματικών Συλλόγων, Εταιρειών στις οποίες ανήκουν ή Ινστιτούτων με τα οποία συνεργάζονται. Οι ψυχοθεραπευτές τηρούν επίσης τους ισχύοντες νόμους και τις κρατικές διατάξεις που τους αφορούν.

Σε περίπτωση που ορισμένοι ευρωπαϊκοί, εθνικοί, περιφερειακοί κανόνες, αρχές και πρακτικές, δημόσιες ή ιδιωτικές (οργανισμών, ινστιτούτων), έρχονται σε σύγκρουση με εκείνους του Ευρωπαϊκού Συλλόγου Ψυχοθεραπείας και της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος, ή με τις αρχές και τους κώδικες των επαγγελματικών τους συλλόγων και εταιρειών, οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να δηλώσουν τη δέσμευσή τους στις αρχές και τους κώδικες αυτούς και να προσπαθούν να βρίσκουν τρόπους επίλυσης της σύγκρουσης.

Ως επαγγελματίες, έχουν την υποχρέωση να συμβάλλουν στη δημιουργία ή την αντικατάσταση νομικών ρυθμίσεων και διατάξεων, ώστε να εξυπηρετείται καλύτερα το δημόσιο συμφέρον.

Αρχή 3β: Ως εργαζόμενοι ή εργοδότες, οι ψυχοθεραπευτές δεν πρέπει να εμπλέκονται, ούτε να ανέχονται απάνθρωπες πρακτικές ή πρακτικές που οδηγούν σε παράνομες ή αδικαιολόγητες πράξεις. Μερικά μόνο παραδείγματα τέτοιων πρακτικών, αποτελούν οι διακρίσεις βάσει φυλής, σωματικής αναπηρίας, ηλικίας, φύλου, σεξουαλικής προτίμησης, θρησκείας ή εθνικότητας, τόσο στην κλινική πρακτική όσο και στην πρόσληψη, στην προαγωγή και την εκπαίδευση.

Αρχή 3γ: Ως επαγγελματίες, οι ψυχοθεραπευτές αποφεύγουν οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να παραβιάσει ή να μειώσει τα ανθρώπινα, νομικά ή πολιτικά δικαιώματα των ασθενών/θεραπευομένων ή άλλων ατόμων.

Αρχή 3δ: Ως κλινικοί εκπαιδευτές, εκπαιδευόμενοι ή ερευνητές, οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους ότι οι προσωπικές τους αξίες είναι δυνατό να επηρεάσουν την επικοινωνία με τους άλλους, καθώς και τη χρήση συγκεκριμένων τεχνικών, την επιλογή και παρουσίαση απόψεων ή υλικού, αλλά και τη φύση ή εφαρμογή μιας έρευνας.

Όταν ασχολούνται με θέματα που ίσως προσβάλλουν τα συναισθήματα ορισμένων μελών της κοινωνίας, οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να αναγνωρίζουν και να σέβονται τις διαφορετικές πεποιθήσεις και τις ατομικές ευαισθησίες που και οι δικοί τους ασθενείς/πελάτες/ θεραπευόμενοι, οι φοιτητές, οι εκπαιδευόμενοι ή οι συμμετέχοντες σε μια έρευνα, μπορεί να έχουν για τα θέματα αυτά.